Δούρειος Ίππος

Ιστοχώρος πολιτικής ανάλυσης και διαλόγου

Παρουσίαση του βιβλίου του Μελέτη Μελετόπουλου «Το Ζήτημα του Πατριωτισμού» από τον Αναστάσιο Πεπονή

Κύριο χαρακτηριστικό του βιβλίου του Μελέτη Μελετόπουλου που παρουσιάζομε σήμερα είναι οι ξεκάθαρες τοποθετήσεις και οι απερίφραστες αντιπαραθέσεις. Ο συγγραφέας, στην αντιπαράθεσή του, δεν περιορίζεται στη διατύπωση των δικών του θέσεων και απόψεων αλλά τις τεκμηριώνει. Το βιβλίο είναι προϊόν στοχασμού, αλλά και συστηματικής έρευνας.

Η ανάγνωση του βιβλίου προκαλεί τον αναγνώστη σ΄ένα ιδιωτικό διάλογο με το συγγραφέα. Αυτή η πρόκληση είναι διακριτικό γνώρισμα σημαντικών βιβλίων, ιδίως εκείνων που κρατούν αιχμάλωτο τον αναγνώστη από την πρώτη έως την τελευταία τους σελίδα.

Ο δικός μου διάλογος κατά την ανάγνωση δεν κατέληγε σε όλα τα σημεία σε ομοφωνία. Στο ερώτημα όμως αν επικρατέστερη είναι η ομοφωνία απαντώ: ναι, επικρατέστερη είναι η ομοφωνία.

Ο Μελετόπουλος υπερασπίζεται αρχές και αξίες που στις μέρες μας βάλλονται με πολλούς τρόπους. Το βιβλίο του εκφράζει μια αντιπαράθεση που λίγοι την αποτολμούν τα τελευταία 10-15 χρόνια. Αντιπαρατίθεται με κύκλους πανεπιστημιακών και σχολιαστών των εθνικών μας ζητημάτων και των πολιτικών μας  πραγμάτων οι οποίοι, με ένδυμα, όπως γράφει, την «προοδευτικότητα»,  αμφισβητούν ή και αποδομούν συστατικά στοιχεία της εθνικής μας υπόστασης ή, προσθέτω εγώ, με επίκληση της παγκοσμιοποίησης, αμφισβητούν τη σημασία της εθνικής μας υπόστασης.

Ο συγγραφέας αναφέρεται σε διανοουμένους οι οποίοι  αντικρούουν θέσεις και ιδέες που όμως δεν υποστηρίζονται, ή έχουν εγκαταλειφθεί εδώ και χρόνια. «Χρειάζονται – γράφει γι΄αυτούς τους διανοουμένους – φαντάσματα, τεχνητούς εχθρούς, ανεμόμυλους σαν τον Δον Κιχώτη».

Όμως, αν σε ορισμένες περιπτώσεις ο αντίλογος αυτών των διανοουμένων είναι κατασκευασμένος, παραμένουν οι θέσεις που υποστηρίζουν και η τάση να διαμορφωθεί μια κοινή γνώμη που να τις αποδέχεται. Να γίνουν δηλαδή αποδεκτές απόψεις και θέσεις με τις οποίες αμφισβητούνται, ή και αποδομούνται, συστατικά στοιχεία της εθνικής μας υπόστασης. Να προσθέσομε εδώ ότι αυτές οι απόψεις  φιλοξενούνται κατά προτίμηση σε εφημερίδες και έχουν σημαντική υποστήριξη από μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας.

Ο Μελετόπουλος αντικρούει τους έλληνες επιστήμονες οι οποίοι, επικαλούμενοι τη θεωρία που συνδέει τη γέννηση του κράτους-έθνους στη Δυτική Ευρώπη με την εμφάνιση και ανάπτυξη του βιομηχανικού καπιταλισμού, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το σύγχρονο ελληνικό έθνος είναι «μια κατασκευή της “νεωτερικότητας”, ότι η σημερινή ελληνική συνείδηση είναι τεχνητό και βεβιασμένο “ιδεολόγημα”».

Θα μείνω για λίγο σ΄αυτό το ζήτημα για να σχολιάσω μία ακόμα περίπτωση υποστήριξης της θεωρίας κατά την οποία  το σύγχρονο  έθνος είναι κατασκευή. Η άποψη ότι «είναι το σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος που δημιουργεί το έθνος» έχει αποδοθεί από Έλληνα πανεπιστημιακό σ΄ένα σημαντικό Έλληνα διανοητή, στον Νίκο Πουλαντζά. Αλλά ο  Πουλαντζάς υποστηρίζει ότι τα σύγχρονα έθνη «παρουσιάζουν την ιστορική τάση να συγκροτούν το δικό τους κράτος». Υποστηρίζει ακόμα ότι τα συστατικά στοιχεία του έθνους τροποποιούνται από την άμεση δράση του κράτους. Όμως τάση για συγκρότηση σε κράτος μπορεί να έχει μια οντότητα που προϋπάρχει, το μη υπαρκτό δεν μπορεί να έχει τάση. Εξάλλου, τροποποιούνται στοιχεία οντότητας που ήδη υπάρχει. Δεν διαπιστώνω λοιπόν σκέψη του Πουλαντζά ότι τα έθνη που δεν είναι οργανωμένα σε κράτος δεν υπάρχουν, ότι ο σχηματισμός τους είναι προϊόν της κρατικής λειτουργίας. Έκτός λοιπόν από τους κατά Μελετόπουλο τεχνητούς εχθρούς, έχομε και την επίκληση φανταστικών συμμάχων.

Συμφωνώντας λοιπόν με τον συγγραφέα. υποστηρίζω ότι οι Έλληνες, όπως οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι, ήταν  οντότητες υπαρκτές και με εθνική συνείδηση πριν από τα αντίστοιχα κράτη που ιδρύθηκαν τον 19ο αιώνα. Θα έλεγα ακόμα πως αν δεχτούμε τις απόψεις για εθνογέννεση,  όπως  μεταφέρονται στην Ελλάδα, την Επανάσταση του 1821 την ξεκίνησε ένας άμορφος και απρόσωπος πληθυσμός, που αργότερα τον έπεισαν, ή τον παρέπεισαν,  ότι είναι ο Ελληνικός λαός.

 

Ο Μελετόπουλος θέτει εύστοχα το κρίσιμης σημασίας ζήτημα του αυτοπροσδιορισμού στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ποια ήταν η αυτοσυνειδησία σε μια αυτοκρατορία θεοκρατική η οποία μια βασική διάκριση αναγνώριζε: ξεχώριζε τον πιστό (τον muslim) από τον άπιστο (τον kafir).  Την απάντηση στο ερώτημα τη συναντάμε σε δύο επίπεδα.  Στο επίπεδο πρώτα των ανθρώπων των γραμμάτων και του στοχασμού. Τα πρώτα σπέρματα της αντίθεσης στην Οθωμανική κατάκτηση και του αιτήματος της ανεξαρτησίας των Ελλληνων ως εθνικής οντότητας, τα συναντάμε από τον 16ο αιώνα. Θα περιοριστώ σε ενδεικτικές αναφορές. Αλλά και πριν ακόμα, τις πρώτες δεκαετίες του 15ου αιώνα, ο Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός εξέφρασε την ελληνική αυτοσυνειδησία με το γνωστό «Έλληνες εσμέν το γένος ως ή τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί». Το 16ο αιώνα ο Αντώνιος Έπαρχος γράφει τον «Θρήνο εις την Ελλάδος Καταστροφήν» και ο Ιανός Λάσκαρης, απευθυνόμενος στον Γερμανό Αυτοκράτορα Κάρολο τον Ε!, επικαλείται τις «υποχρεώσεις που όλοι έχουν προς το ελληνικόν έθνος…». Παρουσιάζει  ακόμα ο Λάσκαρης τους ήρωες και σοφούς της αρχαίας Ελλάδας και μιλά στον Αυτοκράτορα για το δικαίωμα των απογόνων τους να κατοικούν στη χώρα που τους ανήκει.

Αυτά στο επίπεδο των διανοουμένων. Και ο λαός, ο αγράμματος ή ολιγογράμματος ;

Μετά την πτώση του Βυζαντίου, γράφει ο σοφός ιστορικός της λογοτεχνίας μας και του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ο Κωνσταντίνος Δημαράς, η εθνική μνήμη διχάζεται «και για μεν την πλειονότητα γίνεται μύθος  και εισάγεται στις μυθικές παραδόσεις του λαού, για δε τους οπωσδήποτε μορφωμένους παραμένει σταθερή και ξεκάθαρη, αλλά εκδηλούμενη σε άρρυθμα διαστήματα.»

 

Ένα άλλο κρίσιμο ζήτημα με το οποίο ασχολείται και μας το αναπτύσσει ο Μ. Μελετόπουλος είναι η συνέχεια του Ελληνισμού από τα αρχαία χρόνια έως την περίοδο της Νεότερης Ιστορίας μας. Ο συγγραφέας παραθέτει σχεδόν πλήρη, δηλαδή με την πνευματική εντιμότητα που τον χαρακτηρίζει, τα κείμενα των δικών μας της διανόησης οι οποίοι αμφισβητούν τη συνέχεια του Ελληνισμού. Τους απαντά αναλυτικά και πειστικά. Απαντά σε κείνους που επικαλούνται ανύπαρκτους, ή από χρόνια ξεπερασμένους ισχυρισμούς για μια ευθεία καταγωγή των νεότερων ελλήνων από τους αρχαίους, για το όμαιμο δηλαδή και τη φυλετική τάχα συνέχεια. Θυμίζω εδώ ότι πριν περίπου 90 χρόνια ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου έχει γράψει, ότι αποκλειστικότητα καταγωγής, καθαρότητα αίματος και αυτοχθονισμός υπάρχουν μόνον «εις την φαντασίαν των ανθρώπων».

Ο Μελετόπουλος υποστηρίζει τη συνέχεια του Ελληνισμού και την προσδιορίζει ως πολιτισμική, με συγκεκριμένες ιστορικές αναφορές και με επιστημονικό σκεπτικό.

Θα μου επιτρέψετε να επικαλεστώ, επιπρόσθετα, για το ίδιο ζήτημα, τρεις κατά τη γνώμη μου πολύ σημαντικούς της νεότερης Ελλάδας.

Ο ένας είναι ο Οδυσσέας Ελύτης. Έγραφε το 1951 σε πρώτο πρόσωπο: « είμαι όχι συμπτωματικά μόνο αλλά και οργανικά Έλληνας από τη άποψη ότι κατοικώ το ίδιο ανάλλαχτο ομηρικό τοπίο και έχω στο αίμα μου τον Πλατωνα» και ακόμα αλλόύ, για το λαό «που ομιλεί την ίδια γλώσσα και ζει την ίδια φύση με τους αρχαίους Έλληνες».

Θα επαναλάβω εδώ αυτό που και αλλού έχω εκφράσει. Πρόκειται για την αίσθηση της συνέχειας. Ο Έλληνας της Νεότερης Ελλάδας που περιδιαβαίνει τους Δελφούς ή παρακολουθεί στην Επίδαυρο αρχαία τραγωδία  (όχι βέβαια την τάχα μοντέρνα γελοιοποίησή της), που δεν καταλαβαίνει τις αρχαιοελληνικές επιγραφές αλλά η γραφή τους, τα γράμματα, του είναι οικεία, αυτός που συμμερίζεται την εθνική υποχρέωση να συντηρούμε και να αναδεικνύομε τα αρχαία μνημεία, μπορεί τους αρχαίους Έλληνες να τους φαντάζεται προγόνους του, αλλά αισθάνεται ότι ο ίδιος είναι συνέχειά τους και πάντως κληρονόμος τους. Έρχομαι μ΄αυτή τη σκέψη στο δεύτερο από τους τρεις που προανέφερα.

Αυτό το αίσθημα της συνέχειας, μαζί και ενός χρέους, εξέφραζε ο Μακρυγιάννης όταν έλεγε στους στρατιώτες του, με αφορμή δύο αγάλματα που είχανε βρεί στον Πόρο, «αυτά και πέντε χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, μα μην το καταδεχτείτε να βγούν από την πατρίδα μας. Γι΄ αυτά πολεμήσαμε».

Και φτάνω στον τρίτο, εκείνον που σχολιάζει και φωτίζει τα λόγια του Μακρυγιάννη. Είναι ο Γεώργιος Σεφέρης. «Δε μιλά, γράφει, ο λόρδος Μπάϊρον, μήτε λογιότατος, μήτε αρχαιολόγοςμιλά ένας γυιός τσοπάνηδων της Ρούμελης…»

 

Ο Μ. απορρίπτει τη θεμελίωση της συνέχειας του Ελληνισμού στη φυλετική καταγωγή και στο όμαιμο. Δεν αμφισβητεί την εγκατάσταση στον Ελληνικό χώρο Αλβανών ή Σλαύων. «Έποικοι, γράφει, υπάρχουν, αλλά υπάρχουν και γηγενείς. Από τη συγχώνευσή τους προέκυψε ο σημερινός λαός». Διαβάζοντας το βιβλίο παρακολουθούμε και κατανοούμε την αφομοιωτική λειτουργία του ελληνικού στοιχείου, τη μακρόχρονη, όπως γράφει, επιβίωση και αναπαραγωγή της ελληνικής συνείδησης.

 

Φτάνω λοιπόν σε ένα από τα συμπεράσματα που προκύπτουν από το βιβλίο του Μ. Μελετόπουλου καθώς και  από τους στοχασμούς και τις αναδρομές που προκαλεί η ανάγνωσή του: Η πατρίδα είναι ο χώρος, ο χώρος με τους φυσικούς και ανθρωπογενείς θησαυρούς που μας παραδίδει και τους κληρονομούμε ο χώρος με την μακραίωνα ιστορία του, με όλες τις σελίδες της, και τις λαμπρές και τις γκρίζες ο χώρος που στην έκτασή του μιλιέται επί χιλιετηρίδες και γράφεται η ίδια γλώσσα, εξελισσόμενη, αλλά  με τα ίδια γράμματα, με το ίδιο αλφάβητο.

Στέκομαι  στο ζήτημα της γλώσσας, σ΄αυτό το θησαυρό και όχημα του πολιτισμού μας, όπως με ορθή ιστορική κρίση και επιγραμματικά τη χαρακτηρίζει ο Μελετόπουλος. Δύο νομίζω είναι τα ανεπίδεκτα αμφισβήτησης δηλωτικά της μακραίωνης συνέχειας του Ελληνισμού.   Το ένα, όπως λέχτηκε, είναι ο χώρος. Το άλλο είναι το Ελληνικό αλφάβητο, το ελληνικό σύστημα γραφής. Επιβιώνει από τον 7ο π.Χ. αιώνα που το συναντάμε σε επιγραφές, άντεξε όλες τις περιπέτειες του Ελληνισμού.

Σήμερα όμως αυτή η γλώσσα υφίσταται τη συνεχώς διευρυνόμενη εισβολή της ξένης γλώσσας. Αυτή η ξένη γλώσσα με την εισδοχή μέσα στην Ελληνική, απευθύνεται στο μεγάλο κοινό της Αγοράς, στο απρόσωπο μεγάλο κοινό της κατανάλωσης. Εθίζει τον καταναλωτή στην ξένη γλώσσα, τον αποξενώνει από τη δική του. Παράλληλα έχει ενσκήψει ένας εκλατινισμός του ίδιου του δικού μας αλφάβητου.

Προβάλλεται η δικαιολογία ότι αυτός ο διττός γλωσσικός εξαμερικανισμός είναι συνέπεια της ευρείας χρήσης του Διαδικτύου. Αυτό ισχύει σε έκταση περιορισμένη. Δεν είναι το Διαδίκτυο που αναγκάζει εκδότη να δίνει στην εφημερίδα του αμερικάνικο τίτλο. Ούτε υπαγορεύει το Διαδίκτυο σε μια Τράπεζα, το ένα μέρος της επωνυμίας της να είναι αγγλικό (BANK) και το άλλο μισό ελληνικό, αλλά κι΄αυτό εκλατινισμένο. Ούτε το SUPER MARKET και πλήθος άλλα παρόμοια τα επέβαλε το Διαδίκτυο.

Έτσι, και σε συνάρτηση με τον ιδεολογικό πυρήνα του βιβλίου που παρουσιάζομε, θα επικαλεστώ και πάλι τις έγκαιρες, αλλά και ξεχασμένες,  επισημάνσεις  τριών σημαντικών της Νεοελληνικής διανόησης.

Έγραφε πριν δεκαετίες ο Δημήτρης Γληνός: «…λαοί που δεν έχουν συνείδηση του εγώ των και αυτοπεποίθηση λατρεύουν κάθε τι ξένο και το μεταφέρουν αυτούσιο στον εαυτό τους.»  Κι΄ο Ευάγγελος Παπανούτσος αργότερα τόνιζε: «…θα χρειαστεί να έχομε μια γλώσσα ζωντανή, εθνική, ώστε μαζί με αυτή τη γλώσσα να διατηρήσομε την εθνική μας συνείδηση και υπόσταση. Διαφορετικά μας περιμένει ο φραγκολεβαντινισμός». Οι περιπτώσεις που ενδεικτικά ανέφερα μας παραπέμπουν νομίζω σ΄αυτόν τον φραγκολεβαντινισμό για τον οποίο μας προειδοποιούσε ο σχεδόν  ξεχασμένος Παπανούτσος. Έχει νομίζω ιδιαίτερη σημασία ότι τα έγραφε αυτά ο Παπανούτσος όταν ετοιμαζόμασταν για την ένταξή μας στην τότε Ε.Ο.Κ., τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση.

Να προσθέσω λοιπόν ότι η ιδρυτική Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση ορίζει το σεβασμό στην εθνική ταυτότητα των μελών της.  Όμως την εθνική επιβίωση των λαών ούτε την εγγυώνται, ούτε την εξασφαλίζουν, οι διεθνείς συνθήκες. Αυτή η επιβίωση εξαρτάται από τους ίδιους τους λαούς, από τις εσωτερικές αντιστάσεις, από την ευαισθησία και το ενδιαφέρον των πνευματικών και πολιτικών ηγεσιών του.

«…μπορεί να βρεθούμε, έλεγε ο Σεφέρης, μπροστά σε μια γλώσσα εξευτελισμένη, πολύσπερμη, και ασπόνδυλη.» Θα μου επιτρέψετε όμως να επιστήσω την προσοχή σας στη σκέψη με την οποία συνόδευε αυτό το ενδεχόμενο: «Θα συμβεί, έλεγε, αν αφεθούμε μοιρολατρικά στη δύναμη των πραγμάτων».

Το βιβλίο του Μελέτη Μελετόπουλου εκφράζει νομίζω, μαζί με άλλα και σημαντικά, και την άρνηση να αφεθούμε σ΄αυτή τη δύναμη των πραγμάτων.

 

Advertisements

3 responses to “Παρουσίαση του βιβλίου του Μελέτη Μελετόπουλου «Το Ζήτημα του Πατριωτισμού» από τον Αναστάσιο Πεπονή

  1. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΠΕΡΑΤΗΣ Ιανουαρίου 19, 2011 στο 9:39 μμ

    Με ενθουσίασε ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας παρουσιάζει τις απόψεις του, τεκμηριώνοντάς τες
    επιστημονικά παραπέμποντας σε πηγές. Θα επιθυμούσα το βιβλίο αυτό να διαβαστεί απο όσον το δυνατόν περισσότερους αναγνώστες. Νοιώθω ευχάριστα και παράλληλα υπερήφανος όταν πέφτουν στην αντίληψή μου παρόμοια κείμενα, περισσότερο δε όταν γνωρίζω απο κοντά πατριώτες αυτού του βεληνεκούς.

  2. Αλέξανδρος Οκτώβριος 25, 2011 στο 7:27 πμ

    Καταπληκτικό βιβλίο. Πρέπει κατά τη γνώμη μου να διδάσκεται στα σχολεία.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: